Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2009

Το Χρυσάνθεμο (Χριστουγεννιάτικος Θρύλος)



Ζούσε κάποτε σε ένα χωριό ένα ηλικιωμένο και πολύ φτωχό ανδρόγυνο. Η μόνη τους περιουσία ήταν ένα μικρό καλυβάκι και μια αγελάδα, που με το γάλα της κατάφερναν ίσα - ίσα να ζουν. Μια παραμονή των Χριστουγέννων που είχε χιονίσει κι έκανε πολύ κρύο, ο γερο-χωρικός αποφάσισε να πάει ως το κοντινό δάσος και να αμζέψει λίγα ξύλα. Αύριο που θα ξημέρωνε η μεγάλη γιορτή δε θα έστρωναν ένα πλούσιο τραπέζι όπως όλοι οι Χριστιανοί, αλλά ας είχαν τουλάχιστον αναμμένο το τζάκι τους για να ζεσταθούν.
Μάζεψε μια αγκαλιά ξύλα ο γέρος κι ήταν έτοιμος να γυρίσει στο χωριό όταν ξαφνικά άκουσε το κλάμα ενός μωρού πολύ κοντά του. Στην αρχή νόμισε ότι έκανε λάθος αλλά δεν άργησε να το ακούσει ξανά. Προχώρησε τότε περίεργος προς το μέρος που ακούστηκε το κλάμα και δεν άργησε να βρεθεί μπροστά σε ένα μισόγυμνο μωρό που ήταν ξαπλωμένο στο χιόνι!
- Καημενούλη μου πως βρέθηκες εδώ; είπε ο χωρικός και σήκωσε αμέσως το παγωμένο μωράκι στην αγκαλιά του. Ποιος άσπλαχνος σε παράτησε πάνω στο χιόνι;
Κρατώντας το μωρό με το ένα χέρι και με το άλλο το δεμάτι με τα ξύλα, ξεκίνησε γα την καλύβα του.
- Τίνος είναι το μωρό; τον ρώτησε παραξενεμένη η γυναίκα του μόλις τον είδε να μπαίνει. Ποιος σου το έδωσε;
Ο γέρος της εξήγησε τότε ότι το μωρό το βρήκε εγκαταλειμμένο πάνω στο χιόνι.
- Ω, το καημενούλι! έκανε τότε η γριούλα και βούρκωσαν τα μάτια της από τη συγκίνηση. Θα το κρατήσουμε απόψε μαζί μας και αύριο θα ρωτήσουμε να μάθουμε σε ποιον ανήκει.
Έντυσαν το μωράκι με ζεστά ρούχα, του έδωσαν να πιει γαλατάκι και το ξάπλωσαν σε μια κούνια, κοντά στο αναμμένο τζάκι, για να ζεσταίνεται όλη τη νύχτα.
Πολύ πρωί ξύπνησε ο γέρος, πλησίασε το τζάκι μα ... το μωρό δε βρισκόταν στην κούνια του! Κοίταξε παντού τριγύρω, τίποτε... Είχε γίνει άφαντο! Ξύπνησε τη γυναίκα του, έψαξαν σε κάθε γωνιά του σπιτιού μα δεν το βρήκαν.
- Μήπως μας το πήρε κανείς; αναρωτήθηκε ανήσυχη η γυναίκα.
- Μα... ποιος θα έμπαινε αφού η πόρτα είναι κλειδωμένη; της είπε ο άντρας της.
- Τότε αυτό μοιάζει με θαύμα!Μήπως το μωράκι αυτό ήταν ο ίδιος ο Χριστούλης;
- Θα πάω να ρίξω μια ματιά στο μέρος που το βρήκα, αποφάσισε ο γέρος.
Βγήκε από την καλύβα και δεν άργησε να φτάσει στο δάσος. Και τότε, στο μέρος που είχε βρει το προηγούμενο απόγευμα το μωρό, ανάμεσα στα χιόνια, είδε να έχει φυτρώσει ένα υπέροχο λουλούδι με πυκνά κίτρινα πέταλα!
Ένα λουλούδι είχε φυτρώσει ξαφνικά μέσα στα χιόνια; Αυτό πια ήταν σωστό θαύμα!
- Ναι, ήταν ο Χριστούλης! ψιθύρισε συγκινημένος ο γέρος και σταυροκοπήθηκε.
Αλλά και πίσω, στην καλύβα του, είχε γίνει ένα άλλο θαύμα. Η γριούλα είδε ξαφνικά το τραπέζι τους στρωμένο και φορτωμένο με πλούσια φαγητά, με φρούτα, με γλυκά και με κρασιά... Τώρα πια βεβαιώθηκαν και οι δύο φτωχοί και αγαθοί γέροι ότι ο Χριστός τους είχε διάλεξει να περάσει μαζί τους την Άγια αυτή Νύχτα της γέννησής του.
Το λουλούδι που βρήκε ο χωρικός στα χιόνια ονομάστηκε Χριστάνθεμο, άνθος δηλαδή του Χριστού. Μα σιγά - σιγά, με το πέρασμα των χρόνων, επειδή έχει κίτρινα πέταλα, οι άνθρωποι του έδωσαν το όνομα χρυσάνθεμο.


Πηγή: Οι Μύθοι Των Λουλουδιών - Εκδόσεις ΣΤΡΑΤΙΚΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου